τελικά μάθαμε τι θα πει ο κόσμος;

«Μα, τι θα πει ο κόσμος;» Ερώτημα ζωής. Από τις πλέον καίριες φράσεις, που αφυπνίζουν ακόμη και ζωντανούς πεθαμένους. Κυρίως αυτούς! Σ’ αυτούς εξάλλου απευθύνεται, η θεία αυτή διερώτηση.

Σ’ όσους δε μπόρεσαν να αντισταθούν στην κοινωνία και τις υποδείξεις της. Σ’ όσους πιάστηκαν στα δίχτυα της και έσπευσαν να κτίσουν τη ζωή και τη ζαχαρένια τους, με τρόπο που να ικανοποιεί τις «κατευθυντήριες γραμμές» και τα checklists του όχλου που τους περιτριγυρίζει. Σ’ αυτούς που φοβήθηκαν να ξεχωρίσουν, μέσα από τη μοναδικότητα του δεσοξυριβοζονουκλεϊνικού τους οξέος. Σ’ αυτούς που μοιραία έβαλαν τον κόσμο, πάνω από το δικό τους, μοναδικό δακτυλικό αποτύπωμα.

Καθόλου λίγοι όλοι εκείνοι οι δάσκαλοι που έπρεπε να ακολουθήσουν ένα σίγουρο επάγγελμα. Όλες αυτές οι γυναίκες που έπρεπε να βρουν έναν καλό άντρα να γεννοβολήσουν τους απογόνους τους. Καθόλου λίγοι ούτε κι εκείνοι οι γιατροί, που έπιασαν το νυστέρι στα χέρια τους, γιατί, πως αλλιώς θα αποκτούσαν το κύρος που τους άξιζε; Ούτε κι οι παντρεμένοι που παρέμειναν παντρεμένοι ακόμη κι όταν έγιναν πιο χωρισμένοι από τους χωρισμένους, γιατί τι θα πει η κοινωνία και το status quo;

Ζωές χαράμι στο βωμό ενός «τι θα πει ο κόσμος», που ξύπνησαν όταν ήταν πια στον αναπνευστήρα, με τις μισές αρτηρίες κλειστές και την κεντρική να αιμορραγεί ακατάσχετα. Ζωές που συμβιβάστηκαν λίγο πολύ περισσότερο από ό,τι έπρεπε, γιατί νόμισαν πως μόνον έτσι θα τους άντεχε το σχοινί. Πως μόνον έτσι θα άκουγαν το χειροκρότημα.

Το πραγματικό πρόβλημα κρύβεται στο γεγονός ότι μάθαμε από μικροί να τρομάζουμε στη σκέψη του «Τι θα πει ο κόσμος». Είναι τρομακτικό το πως μας φύτεψαν ιδέες οι γονείς, οι δάσκαλοι και η κοινωνία για το τι είναι ηθικό και σωστό και το πως πρέπει να συμπεριφερόμαστε. Ειδικά στις ελληνικές οικογένειες, πάντα ήταν και ακόμα παραμένει μια συχνή φράση «Πρόσεχε τι κάνεις γιατί θα μας πιάσει στο στόμα του ο κόσμος». Έτσι λοιπόν, η σκέψη αυτή ρίζωσε κι έγινε κομμάτι της καθημερινότητας και της ζωής μας όλης. Οι περισσότεροι μας δίδαξαν και μας γαλούχησαν σύμφωνα με το ποιοι πρέπει να είμαστε και όχι με το τι θέλουμε να γίνουμε. Και δεν λέω, φυσικά και πρέπει να υπάρχουν ηθικοί φραγμοί και όρια τα οποία όμως θα πρέπει να έγκεινται στην συναναστροφή μας με τους άλλους ανθρώπους και λιγότερο στις προσωπικές μας επιδιώξεις. Φυσικά και πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας το ρητό που λέει ότι η ελευθερία μας σταματά εκεί που ξεκινά η ελευθερία του άλλου. Εγώ δεν μιλάω για αυτό! Γράφω για όλα αυτά που μας έκαναν να μοιάζουμε με στρατιώτες σε μια κοινωνία δομημένη από δούλους και αφεντικά και ενός συστήματος που η ηθική του ορίζεται από ανήθικους, ανέραστους, άγευστους και άοσμους ανθρώπους. ΄΄Μίλα ευγενικά γιατί αλλιώς θα σε κακολογήσουν’’, ‘’Μη βάφεσαι έντονα μοιάζεις με πόρνη’’, ‘’Ίσια η πλάτη, δείχνεις πιο όμορφος’’, ΄΄διάβασε να γίνεις ο πρώτος μαθητής’’…Συγγνώμη να αναπνεύσουμε μπορούμε; Και όλα αυτά για κάποιους άλλους… για να μην πουν κάποιοι άλλοι. Γιατί τόσα έμαθαν, τόσα ήξεραν, τόσα είπαν. Λες και ζούμε για τους άλλους, λες και χρωστάμε σε κανέναν.

Και να κάνω μια ερώτηση; Για να πεις πρέπει πρώτα να γνωρίζεις… Τι ξέρει ο κόσμος για σένα, για όσα περνάς, για τις δικές σου χαρές και λύπες; Και που ήταν αυτός ο κόσμος όταν εσύ υπέφερες για να σου πει, όχι όμως αυτήν τη φορά την άποψή του κουνώντας σου το δάχτυλο, αλλά δυο λόγια παρηγοριάς. Που ήταν όταν έψαχνες έναν ώμο να κλάψεις, όταν δάκρυζες στα σκοτεινά, όταν την μοναξιά έχεις μόνη σου παρέα και τις φορές που ήθελες κάποιος να σε ακούσει; Γιατί ο κόσμος πάντα θα λέει και θα ξαναλέει και καλά θα κάνει δηλαδή, γιατί σε αυτόν τον κόσμο συμπεριλαμβάνεσαι και συ. Εσύ όμως πρέπει να μάθεις πια να μην ακούς, και να ακούς μόνο την εσωτερική φωνή που έχεις μέσα σου και σε καθοδηγεί κάθε φορά προς τη σωστή για σένα πορεία. Και άσε τους να λένε… πάντα θα λένε, είτε κάνεις το καλύτερο είτε κάνεις το χειρότερο. Είναι πολύ μικρή η ζωή για να νοιαστούμε για γνώμες ανθρώπων που όχι απλώς δεν συμπαθούμε, αλλά δεν θυμόμαστε καν την ύπαρξή τους μέχρι τη στιγμή που θα ακούσουμε την εκνευριστική κριτική τους. Στο χέρι μας είναι να βάλουμε παροπίδες και ωτοασπίδες και να συνεχίσουμε ανενόχλητοι να κάνουμε αυτό που πραγματικά ζητά η ψυχή μας!

Μην αφήσετε και τη δική σας ζωή να πάει στράφι, στο θυσιαστήριο ενός «κόσμου». Να θυμάστε, πως τελικά, ο κόσμος δεν είπε τίποτα. Δεν είπε και δεν προτίθεται να πει, ποτέ, τίποτα. Ο κόσμος, τελικά, κοιμήθηκε, βυθισμένος στα δικά του ζόρια, στις δικές του ανησυχίες και δε βρήκε καμία διάθεση να αρθρώσει λέξη. Ο κόσμος, μόλις βράδιασε, κουρασμένος κι αυτός από τον κάματο της μέρας, έκλεισε την πόρτα του σπιτιού του και ως ένας άλλος κατεργάρης, πήγε να ξαποστάσει στον πάγκο του.

Γι’ αυτό μας λέω συνάνθρωποι. Αντί για προσευχή το βράδυ, ας κάνουμε αυτή τη ρητορικότατη ερώτηση προτού ξαποστάσουμε το μυαλό στο μαξιλάρι. Κι ας θυμίζουμε, κάθε μα κάθε νύχτα, στον εαυτό μας, ότι αυτός και μόνον αυτός έχει τον έλεγχο των πιο κρυφών κυττάρων μας!

Και τελικά αμφιβάλλω αν θα μάθουμε και ποτέ τι είπε αυτός ο κόσμος, και δεν θυμάμαι και να ρωτήσαμε..!

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...